εμβριθής

εμβριθής
ης, ες серьёзный, основательный, доскональный;

εμβριθείς μελέται — важные исследования;

εμβριθής επιστήμων — серьёзный учёный;

εμβριθής εξέτασις τού ζητήματος — основательное изучение вопроса


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "εμβριθής" в других словарях:

  • εμβριθής — ές (AM ἐμβριθής, ές) πολύ μελετημένος, περισπούδαστος, βαθυστόχαστος αρχ. 1. (για ήχο) βαθύς, δυνατός 2. ισχυρός, δυνατός 3. σταθερός, ατάραχος 4. (για κακό) λυπηρός 5. ενοχλητικός, φορτικός 6. (για πρόσ.) βίαιος, ευέξαπτος 7. το ουδ. ως ουσ. τὸ… …   Dictionary of Greek

  • ἐμβριθής — ἐμβρῑθής , ἐμβριθής weighty masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εμβριθής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, ο γεμάτος βάρος πνευματικό, ο γεμάτος γνώσεις, βαθυστόχαστος, σπουδαίος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐμβριθῆ — ἐμβρῑθῆ , ἐμβριθής weighty neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐμβρῑθῆ , ἐμβριθής weighty masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐμβρῑθῆ , ἐμβριθής weighty masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβριθέστερον — ἐμβρῑθέστερον , ἐμβριθής weighty adverbial comp ἐμβρῑθέστερον , ἐμβριθής weighty masc acc comp sg ἐμβρῑθέστερον , ἐμβριθής weighty neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβριθεστάτων — ἐμβρῑθεστάτων , ἐμβριθής weighty fem gen superl pl ἐμβρῑθεστάτων , ἐμβριθής weighty masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβριθεστέρα — ἐμβρῑθεστέρᾱ , ἐμβριθής weighty fem nom/voc/acc comp dual ἐμβρῑθεστέρᾱ , ἐμβριθής weighty fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβριθεστέραις — ἐμβρῑθεστέραις , ἐμβριθής weighty fem dat comp pl ἐμβρῑθεστέρᾱͅς , ἐμβριθής weighty fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβριθεστέρας — ἐμβρῑθεστέρᾱς , ἐμβριθής weighty fem acc comp pl ἐμβρῑθεστέρᾱς , ἐμβριθής weighty fem gen comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβριθεστέρων — ἐμβρῑθεστέρων , ἐμβριθής weighty fem gen comp pl ἐμβρῑθεστέρων , ἐμβριθής weighty masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβριθεῖ — ἐμβρῑθεῖ , ἐμβριθής weighty masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἐμβρῑθεῖ , ἐμβριθής weighty masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»